Ένα βιβλίο που δεν θα ξεχάσω ποτέ

 



Μερικές φορές η νεκρική σιωπή και το απόλυτο χάος συνυπάρχουν παραδομένα. Συμβαίνουν τόσα πολλά μέσα σου που μοιάζει το ένα να εξουδετερώνει το άλλο. Σε αυτό το σημείο μηδέν, όπου κανείς δεν πλησιάζει, υπάρχεις μόνο εσύ και τα βιβλία. Αν είσαι τυχερός, που και που βρίσκεις κάποιο που σε σημαδεύει, που γίνεται σταθμός.

Περνούν οι εβδομάδες, οι μήνες, τα χρόνια και εκεί που ξυπνάς σου έρχεται ξαφνικά στο μυαλό ένα «τι θα κάνεις; κρυώνω» και εκείνος με αγκάλιασε μέχρι να χτυπήσει το εγερτήριο και λες «τώρα αυτό πώς μου ’ρθε;». Ο Θαλαμοφύλακας του Γιάννη Κοροπούλη είναι ένα από αυτά.

Όταν το διάβασα στην Αθήνα σκέφτηκα πως η ανάγνωσή του στο νησί θα «χτυπούσε» διαφορετικά και δεν είχα άδικο. Ο θόρυβος των γνώριμων μηχανακιών που εισβάλλει από τα παράθυρα, η παγωμένη θέα του Λυκείου που πήγαινα σε απόσταση αναπνοής, οι νυχτερινές βόλτες με το αυτοκίνητο στο απόκοσμο, απομακρυσμένο στρατόπεδο, οι νεαροί εργάτες στα χωράφια με την ολοζώντανη ντοπιολαλιά, όλα σκαλίζουν μια ρωγμή σ’ έναν χωροχρόνο από ανεκπλήρωτους πόθους που καιροφυλακτούν να σε καταβροχθίσουν, ενώ παρατηρείς τη νιότη σου να ετοιμάζει βαλίτσες.

Αυτό όμως εδώ δεν είναι ένα μυθιστόρημα για κάτι που δεν συνέβη. Είναι μια αληθινή ιστορία για ένα ερωτικό τρίγωνο με πρωταγωνιστές ένα φαντάρο και δύο λοχίες, σε ένα μικρό στρατόπεδο της Θεσσαλονίκης στα τέλη της δεκαετίας του ’60.


Ο Κοροπούλης γράφει για όσα έζησε λιτά και αισθαντικά, περικυκλώνει τους χαρακτήρες του, αφήνει τα σώματα και τις χειρονομίες να μιλήσουν από μόνα τους. Με μια ημερολογιακή αφήγηση που μοιάζει σαν εκατοντάδες φωτογραφίες polaroid να ξεχύνονται από τις σελίδες στα πόδια σου, δημιουργεί μια κινηματογραφική ατμόσφαιρα που λειτουργεί, εκτός των άλλων, για όποιον το έχει ανάγκη, ως προσωρινό υποκατάστατο μιας γλυκιάς συνενοχής με το ανδρικό φύλο.

Μια συνενοχή υπαρξιακή και, παρά τις μηχανικές προσπάθειες πολλών gay αντρών να την καλύψουν κυνηγώντας την αρρενωπότητα που τους απέρριπτε, δυσαναπλήρωτη.

Η Marguerite Duras γράφει στο βιβλίο La vie matérielle*: «Όλοι οι άνδρες είναι εν δυνάμει ομοφυλόφιλοι, δεν τους λείπει παρά το ότι δεν το ξέρουν, παρά να ζήσουν το περιστατικό, τη συνθήκη που θα τους το αποκαλύψει». Αυτή η συνθήκη, στην προκειμένη, ήταν μια εποχή μακριά από το «στίγμα» της ταμπέλας που έφεραν τα queer κινήματα, με διάχυτη, ανικανοποίητη σαρκική δίψα, μιας και το σεξ εξαγοραζόταν με τον γάμο και ένα κλειστό, ανδροκρατούμενο περιβάλλον όπως ο στρατός.

«Τι θες ν’ αφήσεις πίσω σου;» ρωτά ο Γιάννης τον Νίκο.

«Την αλήθεια για το ποιοι είμαστε», απαντά.

Προτού λοιπόν τα απόνερα της σεξουαλικής επανάστασης, ο δικαιωματικός λόγος και τα media αναδιαμορφώσουν ριζικά το τοπίο δράσης και έκφρασης της έλξης, ήταν κοινό μυστικό πως υπήρχε μια σιωπηλή συμφωνία – ό,τι κινείται εκτελείται. Φτάνει τον ρόλο του «εκτελεστή» να τον είχε ο «straight» άνδρας.

«Στον στρατό, ξέρετε, το να πας μ’ έναν ομοφυλόφιλο και να τον εξευτελίσεις, αυτό αποτελεί τίτλο τιμής» διαβάζουμε στον Ωραίο λοχαγό του Μένη Κουμανταρέα, ένα έργο που εκτυλίσσεται περίπου την ίδια περίοδο. Για όποιον αναζητά και άλλα τεκμήρια, η μελέτη Ανδρικές ομοερωτικές σχέσεις στη μεταπολεμική Ελλάδα του Κώστα Γιαννακόπουλου είναι μια καλή αρχή.

Παρόλα αυτά, αν ο αναγνώστης δεν φέρει την ιστορική συνείδηση και γνώση της επιθυμίας του τόπου του, είναι πιθανό να κλείσει το βιβλίο στη μέση, κατηγορώντας τον συγγραφέα για υπερβολές. Μια πρωτόγνωρη, για τη δική μας ψηφιακή πραγματικότητα, ιστορία διεκδίκησης, ρομαντισμού και τρυφερότητας ξετυλίγεται προοδευτικά ανάμεσα στους φαντάρους, με ρόλους τόσο ξεκάθαρους και χρωματισμένους από την ετεροφυλοφιλική παλέτα που μου θύμισε ένα απόσπασμα, που έχω αναφέρει ξανά, από την Αναταραχή φύλου του Judith Butler:

«Η αντιγραφή ετεροφυλοφιλικών κατασκευών σε μη ετεροφυλοφιλικά πλαίσια αναδεικνύει το πέρα για πέρα κατασκευασμένο καθεστώς του λεγόμενου ετεροφυλοφιλικού πρωτοτύπου. Έτσι, το gay είναι ως προς το straight όχι ό,τι το αντίγραφο ως προς το πρωτότυπο, αλλά μάλλον ό,τι ένα αντίγραφο προς ένα άλλο αντίγραφο».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της «αντιγραφής» είναι η σκηνή όπου ο Αντώνης, ο εραστής που χρωστά σε όλους μας το σύμπαν, μπαίνει στο ΚΨΜ και κοιτώντας τον Γιάννη, βάζει ένα κέρμα στο jukebox αφιερώνοντάς του το «Ο ψαράς» του Στράτου Παγιουμτζή.


Στην καρδιά της αφήγησης – και του συγγραφέα – ανθίζει όμως και απλώνεται σαν αγιόκλημα ο πρώτος έρωτας. Εκείνη η αναπάντεχη άλωση ενός σώματος μέσα στο άλλο που συχνά καθορίζει τη βιοχημεία μας, όπως το πρώτο φιλί της μητέρας στο βρέφος μετά τη γέννα. Ειδικά σε μια σχέση σαν τη δική τους, όπου η απουσία οθονών τους επέτρεπε να είναι παρόντες και απαλλαγμένοι από προσδοκίες, με τρόπους που οι σύγχρονοί μας δυσκολεύονται να φανταστούν.

Με παίδεψε πολύ αυτό το βιβλίο.

Λαχτάρησα την αγνότητά τους, νοστάλγησα μια εποχή που δεν έζησα, αναρωτήθηκα πώς είναι να είσαι το μήλο της Έριδος στην αναλογική ζωή και να μη χρειάζεται να ανοίξεις το grindr για να νιώσεις, για όσο κρατά ένα κλικ, επιθυμητός. Εξοργίστηκα με τους τρόπους που σκαρφίζονται διαχρονικά οι άνθρωποι για να μην έρθουν κατάματα με την αλήθειά τους. Αισθάνθηκα την ανάγκη να προστατέψω τον εαυτό μου από τον εξωραϊσμό του παρελθόντος μου και να σταθώ κριτικά απέναντί του.

Γι’ αυτό και θεωρώ τον Θαλαμοφύλακα ένα από τα πιο σημαντικά non fiction βιβλία που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ στη χώρα μας. Γιατί, εκτός από το ότι υπονομεύει την αλαζονική βεβαιότητα του μέσου Έλληνα για τη σεξουαλικότητά του, κλείνει το μάτι και σε όλους εμάς που βαυκαλιζόμαστε έννοιες όπως η απελευθέρωση και η εξέλιξη, όταν το μόνο που άλλαξε, τόσες δεκαετίες μετά, είναι πως παίζουμε με λιγότερα χαρτιά στη διάθεσή μας, απλώς σε κοινή θέα.

Αλλά κυρίως γιατί αποδεικνύει πως οι δικές μας ιστορίες αγάπης μπορεί να μην μονοπωλούν τον δημόσιο διάλογο, να μην τρυπώνουν σε κάθε σουξέ της οθόνης ή του πενταγράμμου· μπορεί να κρύβονται, να μετονομάζονται ή να διαγράφονται σκόπιμα, αλλά σφυρηλατούν τον κόσμο με τον ίδιο σιωπηλό τρόπο που οι μεγαλύτεροι έρωτες συνήθως δεν σφραγίζονται στα προαύλια εκκλησιών, αλλά σε αποβάθρες τρένων.

                 Γιατί δεν τους δόθηκε ο χρόνος να σβήσουν και έπειτα να απομυθοποιηθούν.




*Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 1988 από τις εκδόσεις Εξάντας με τον τίτλο ''Αυτοβιογραφία''. Φυσικά και δεν συμφωνώ με την αφοριστική προσέγγιση της Duras αλλά σημασία έχει αυτό που υπονοείται.

Σχόλια

  1. Εξαιρετική προσέγγιση και ανάλυση της θεματικής του βιβλίου. Συμφωνώ μαζί σου, είναι ένα βιβλίο που σου μένει αξέχαστο αν και σε αφήνει με μια γεύση γλυκόπικρη στα χείλη...
    Καλή χρονιά εύχομαι! Να διαβάζεις... για να μας γράφεις :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου