Μαζί με τη νέα χρονιά με καλωσόρισε και το πρώτο δυνατό reading slump της τελευταίας τριετίας. Η αυτοβιογραφία του Κώστα Ταχτσή «Το φοβερό βήμα» ήταν αυτή που ανέλαβε τον ρόλο να με ξεκολλήσει, εκεί στα τέλη του Γενάρη. Μέσα σ’ αυτή βρήκα ή, για την ακρίβεια, μου επανέλαβε την απάντηση που ήθελα να δω κάπου γραπτή: «Η ανάγνωση είναι ένα θλιβερό υποκατάστατο ζωής». Πιθανότατα, αν αγαπάς τα βιβλία όσο εγώ, θα ξινίσεις, όμως μετά σκέφτηκα πως δεν θα μπορούσα ούτε να με φανταστώ να διαβάζω το ένα βιβλίο μετά το άλλο, ενώ είμαι ερωτευμένος ή κυνηγάω τα όνειρά μου σε μια νέα άγνωστη πόλη. Συνήθως κάτι αναζητούμε μέσα στις γραμμές και, αν πρέπει να ρίξω τον προβολέα σε εμένα, αυτό είναι η πνευματική συγγένεια, που δυστυχώς δεν εντοπίζεται εύκολα στους δεσμούς αίματος ή στις τηλεφωνικές επαφές. Έρχονται όμως στιγμές — όσο περνά ο καιρός, όλο και πιο συχνά — που το μελάνι στο χαρτί δεν αρκεί, που διψάς για παθιασμένους διαλόγους. Να αγγίξεις τον άλλον πάνω στον ενθουσιασμό, που η ψυχή σου λαχταρά ολοζώντανους συμμάχους ή έστω προικισμένους αντιπάλους και που, μπροστά σ’ αυτή την ανικανοποίητη πρωταρχική ανάγκη, καραδοκεί ένα κενό, παραμονεύει η μελαγχολία, ξεκινάς να κάνεις «γκελ με την άβυσσο». Αυτά είναι τα βιβλία που με κράτησαν μισό βήμα μακριά της.
Andrea Bajani – Η επέτειος
Δεν με διέλυσε όπως περίμενα,
αλλά μου έδινε απανωτά χαστούκια καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης. Ξέρεις,
όταν ο ήρωας ενός βιβλίου είναι στην ίδια φάση με σένα, αλλά με παραπάνω
προνόμια – χρήματα, καριέρα, cis straight άντρας, εξωστρεφής – ψιθυρίζεις ενοχικά
«Σε καταλαβαίνω, αλλά τι να πω κι εγώ;». Παρ’ όλα αυτά, με ταρακούνησε τόσο,
ώστε μια μέρα μετά η μαυρίλα να μην λέει να φύγει από μέσα μου. Όπως και για τη
δική μου οικογένεια, έτσι και γι’ αυτή του συγγραφέα, αυτό που θα μπορούσε να
συμβεί με βασανίζει περισσότερο από αυτό που συνέβη. Τι θα γινόταν αν ο πατέρας
του πήγαινε σε ψυχολόγο, αν η μητέρα του, αντί να λύνει σταυρόλεξα, διάβαζε
φεμινιστική λογοτεχνία, αν δεν είχαμε γαλουχηθεί με την κορωνίδα της
τοξικότητας «ε, ό,τι και να είναι, αυτοί σε έφεραν στον κόσμο», όσο εσύ
σκέφτεσαι «θα προτιμούσα καλύτερα να ήμουν ακόμα μια έκτρωση»; Σ’ ένα από τα
τελευταία λυτρωτικά κεφάλαια, ο Andrea Bajani μας το λέει ξεκάθαρα: «Θα
μπορούσα, όπως τόσοι άλλοι, να επιλέξω τη γεωγραφική απόσταση ως δικαιολογία,
αντί να κόψω κάθε επαφή με τους γονείς μου, αλλά…» – μέχρι εδώ θέλω να
αποκαλύψω, και αυτό γιατί θέλω να σε κάνω να το διαβάσεις.
Alain De Botton – Πώς ο Προυστ
μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου
Ο Alain είναι ένας από τους
αγαπημένους μου συγγραφείς. «Η μικρή φιλοσοφία του έρωτα» μου άνοιξε τα μάτια,
το «Περί του κοινωνικού status» με καθησύχασε, ενώ το «Ας μιλήσουμε περισσότερο
για το σεξ» με έκανε να γελάω από ικανοποίηση. Ήθελα εδώ και χρόνια να διαβάσω
το βιβλίο του για τον Proust, αλλά αυτός ο τίτλος, που θύμιζε εγχειρίδιο
αυτοβοήθειας, με απέτρεπε. Άλλωστε, πώς θα μπορούσε ένας άνθρωπος με τόσες
νευρώσεις, όπως ο δημοφιλής Γάλλος συγγραφέας, να αποτελεί παράδειγμα προς
μίμηση; Εδώ μπαίνει όμως η κριτική φιλοσοφική ματιά του Botton, που σε
συνδυασμό με τη σοφία που ξεχειλίζει από τα έργα, τα δοκίμια, τις επιστολές και
γενικότερα τη ζωή του Marcel Proust, μας προσφέρουν, αν μη τι άλλο, μια
διαφορετική ματιά στα πράγματα. Πρώτη θέση για μένα έχει το τελευταίο κεφάλαιο
«Πώς να αφήνεις κατά μέρος ένα βιβλίο», όπου μέσα σε όλα τα καταπληκτικά που
διάβασα ξεχωρίζει μια ατάκα που μπορεί να εφαρμοστεί άνετα σε κάθε πτυχή της
ζωής: «…γνήσιος φόρος τιμής στον Προυστ θα ήταν να αντικρίζαμε τον δικό μας κόσμο
με το βλέμμα του, κι όχι τον δικό του κόσμο με το βλέμμα μας».
Μια ματιά σε αυτόν τον κόσμο
μπορείς να ρίξεις εδώ.
Truman Capote – Όταν οι προσευχές
εισακούονται
Να σου πω την αλήθεια, δεν θα
διάβαζα ποτέ Capote αν δεν υπήρχαν οι δημοτικές βιβλιοθήκες. Ήθελα όμως κάτι
ελαφρύ, χωρίς κρυφά νοήματα, και έτσι, όταν τσέκαρα το οπισθόφυλλο, είπα γιατί
όχι; Ο τίτλος προέρχεται από μια ρήση της Αγίας Τερέζας: «Περισσότερα δάκρυα
χύνονται για τις προσευχές που εισακούονται παρά για εκείνες που δεν βρίσκουν
ανταπόκριση» και δεν θα μπορούσε να βρεθεί πιο ταιριαστός, μιας και το βιβλίο
κατακλύζεται από αληθινές ιστορίες διάσημων προσωπικοτήτων που τα είχαν όλα αλλά δεν
ήταν ευτυχισμένοι. Κλισέ, θα μου πεις, και θα ήταν, αν ο αμφιλεγόμενος
συγγραφέας δεν αποφάσιζε να βάλει τα πραγματικά ονόματά τους, με αποτέλεσμα
λίγο μετά την προδημοσίευση των κεφαλαίων στο Esquire να του γυρίσουν την πλάτη
όλοι οι λαμπεροί φίλοι του, πετώντας τον έξω από τα κοσμικά σαλόνια και οδηγώντας τον στην κατάρρευση. Θα
τελειώσω με αυτό που έβαλα και σε story στο instagram: τίποτα ιδιαίτερο πέρα από
κάποιες διασκεδαστικές, πικάντικες ιστορίες διάσημων, με βιτριολικές ατάκες που
θύμιζαν περισσότερο RuPaul’s Drag Race παρά καλή λογοτεχνία. Πιθανότατα θα
διαβάσω στο μέλλον ένα από τα κατά κοινή ομολογία αριστουργήματά του, ώστε να
σχηματίσω μια πιο σφαιρική εικόνα πριν τον απορρίψω εντελώς.
Knut Hamsun – Η πείνα
Ο Bukowski το αποκαλούσε, όπου
βρισκόταν και όπου στεκόταν, αριστούργημα. Όταν το έπιασα στα χέρια μου και διάβασα
την υπόθεση, σκέφτηκα «Με τις τιμές στο supermarket, καθόλου απίθανο να το ζήσεις
κι εσύ κάποια στιγμή, οπότε πάρε καλού κακού μια ιδέα». Στην ουσία πρόκειται
για την ιστορία ενός νεαρού επίδοξου συγγραφέα που δεν έχει χρήματα ούτε για να
φάει, οπότε συχνά μένει νηστικός για μέρες. Χρωστάει ενοίκια, τον πετάνε στους
δρόμους, ζει στο περιθώριο παρατηρώντας τους περαστικούς και ταυτόχρονα
προσπαθεί να γράψει διηγήματα για να τα πουλήσει σε εφημερίδες και να βάλει
κάτι στο στομάχι του και, γιατί όχι, να ξεφύγει από την ένδεια. Αν ξεπεταγόταν
έστω σε μία πρόταση ο λόγος που βρέθηκε σ’ αυτή την κατάσταση και δεν είχα
μάθει πως ο Hamsun υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του ναζισμού, θα δενόμουν με τον κείμενο περισσότερο. Σίγουρα όμως θα διαβάσω το «Βικτώρια» του ιδίου, αφού
αποτελεί ένα από τα πρώτα εφηβικά αναγνώσματα του Κώστα Ταχτσή, και την «Πείνα»
ξανά όταν μείνω άστεγος.
Charles Bukowski – Για τη γραφή
«Θα αγοράσω την αγγλική έκδοση. Έχει πολύ πιο ωραίο εξώφυλλο από του Πατάκη και άσε που ο Bukowski γράφει απλά, δεν θα δυσκολευτώ», είπα και το μετάνιωσα πριν φτάσω στην τρίτη σελίδα. Γιατί ο λατρεμένος μου Charles έγραφε γράμματα συνήθως ζαλισμένος από το πιοτό ή αλαφιασμένος με κάτι, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ούτε ροή στον λόγο του ούτε οι λέξεις να διατηρούν την αρχική τους σημασία. Κοίτα όμως να δεις – παρότι η γλώσσα έγινε πονοκέφαλος, έμαθα τόσα πράγματα γι’ αυτόν, άπειρες απολαυστικές λεπτομέρειες διανθισμένες με το καυστικό του χιούμορ και την αφοπλιστική του ειλικρίνεια, που με εξίταρε σαν προσωπικότητα ακόμα παραπάνω, κι ας σκέφτηκα πως δια ζώσης δεν θα τον άντεχα. Εκατοντάδες επιστολές γύρω από το θέμα της γραφής, σε φίλους, εκδότες, περιοδικά, συνεργάτες και γυναίκες, από τη δεκαετία του ’50 έως τον θάνατό του, που μαρτυρούν τόσο την εξέλιξή του, μα κυρίως τη φλόγα που έκαιγε μέσα σ’ αυτόν τον άνθρωπο.
1955
Λοιπόν, είμαι 34 τώρα. Αν δεν τα έχω καταφέρει μέχρι να γίνω 60, θα δώσω απλά στον εαυτό μου ακόμα 10 χρόνια.
Virginia Woolf – Ένα δικό σου
δωμάτιο
Η μόνη επαφή που είχα με το έργο
της ήταν μια μικρή συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «Λέσχη γυναικών». Η
εσωτερικότητα και ο συνειρμικός λόγος που συνάντησα εκεί ξεφάντωσαν στο «Ένα
δικό σου δωμάτιο». Κάποιες φορές αυτό με κούραζε, γι’ αυτό και όταν διάβασα στο
ημερολόγιό της «Αποστρέφομαι την πολυλογία μου. Γιατί συνέχεια ν’ αναβλύζω
λέξεις;» ηρέμησα – ίσως δεν ήταν δική μου παραξενιά. Αυτό όμως που διαφάνηκε
μέσα από αυτές τις λέξεις ήταν αυτή η πνευματική συγγένεια που σου έλεγα νωρίτερα και που μας συνδέει με
κάποιους ανθρώπους, περισσότερο μέσα από αυτά που μυρίζεσαι γι' αυτούς παρά με
όσα λένε ξεκάθαρα. Αυτή η αίσθηση της μοιρασιάς του ίδιου βάρους του κόσμου στο
στήθος, η ίδια βασανιστική ευαισθησία και η πολυεπίπεδη οπτική των πραγμάτων, η
μοναξιά ανάμεσα σ’ ένα πλήθος που ζει εφησυχασμένο στον αυτόματο όσο εσύ καίγεσαι.
Επιφυλάσσομαι.
Guy de Maupassant – Οι αυτόχειρες
Δεν θυμάμαι πού έμαθα πρώτη φορά
για τον Μωπασάν – όταν όμως πέτυχα τους «Αυτόχειρες», ήξερα πως θα το τελείωνα
μέσα σ’ ένα βράδυ, όπως και έγινε. Μια συλλογή διηγημάτων για πλάσματα που, για
διαφορετικούς λόγους, αυτοκτόνησαν, γραμμένα αριστοτεχνικά από έναν συγγραφέα
που λίγο αργότερα αποπειράθηκε να κάνει κι εκείνος το ίδιο. Θα ήθελα να
προσθέσω λίγες αράδες για το κάθε διήγημα, αλλά επέστρεψα το βιβλίο και
δυστυχώς δεν κράτησα σημειώσεις. Μπορώ όμως να γράψω με τα βεβαιότητας πως
γοητεύτηκα από το πρώτο διήγημα, για μια «λέσχη αυτοκτονιών» που παρείχε στα
μέλη της μια ανώδυνη έξοδο, και πως κανένα από τα επόμενα δεν κατάφερε να
ξεπεράσει την πρωτοτυπία του.
Alec Scouffi – Χρυσόψαρο, δωμάτια
μετ’ επίπλων
Το καλύτερο μυθιστόρημα που
διάβασα μέχρι στιγμής. Δύο μήνες μετά, φέρω ακόμα μέσα μου την ατμόσφαιρά του –
ένα αριστούργημα. Παρίσι. Δεκαετία του ’20. Παρακμιακά στέκια, πουτάνες, τεκνά,
νταβατζήδες, καλλιτέχνες, cult φιγούρες, το λούμπεν προλεταριάτο – όλοι αυτοί
μαζί στο τιμόνι μιας πόλης που έσφυζε από ζωή και αυθεντικότητα. Είναι να
απορεί κανείς με αυτούς που θεωρούν την τεράστια άψυχη βιτρίνα που κατέληξε να
είναι το Παρίσι – και γενικότερα η δυτική Ευρώπη – τις τελευταίες δεκαετίες
ανάπτυξη. Το «Χρυσόψαρο» είναι ένα φημισμένο ξενοδοχείο με δωμάτια για τους
απανταχού σεξεργάτες και τους πελάτες τους, και οι ιστορίες που φιλοξενεί
βγαίνουν από το «ημερολόγιο» του gay ελληνοαιγύπτιου συγγραφέα, που μέχρι να
δολοφονηθεί πιθανότατα από κάποιον πληρωμένο εραστή του, έφαγε τη ζωή με το
κουτάλι. Το επίμετρο, οι σημειώσεις και η μετάφραση δε των εκδόσεων Κίχλη
αξίζουν πραγματικά βραβείο.




.jpg)




